skip to Main Content

metaxakis1Μελέτιος o Μεταξάκης. Πατριάρχης Αλεξανδρείας, φερόμενος ως Μελέτιος Β΄ (20.5.1926-28.7.1935). Προηγουμένως εχρημάτισε μητροπολίτης Κιτίου εν Κύπρω (Μάρτιος 1910-8.3.1918), μητροπολίτης Αθηνών (8.3.1918-1 11.1920) και οικουμενικός πατριάρχης ως Μελέτιος Δ΄ (25.11.1921-20.9.1923).

Ο κατά κόσμον Εμμανουήλ εγεννήθη εις το χωρίον Παρσάς του νομού Λασηθίου Κρήτης την 21ην Σεπτεμβρίου 1871. Οι γονείς του ωνομάζοντο Νικόλαος και Μαρία και απέκτησαν και έτερα 4 τέκνα. Τα πρώτα γράμματα εδιδάχθη εις το χωρίον του και κατόπιν εις την Ιεράπετραν. Το 1889 μετέβη εις Ιερουσαλήμ παρά τινι εκ μητρός θείω του, εφημερίω εις Γεθσημανή, μετά τινας δε μήνας προσελήφθη εις την υπηρεσίαν του ηγουμένου του Αγίου Νικολάου, Βενιαμίν, και εκ παραλλήλου εφοίτησεν εις την Ιερατικήν Σχολήν του Παναγίου Τάφου. Το 1891 ο γέρων τού Βενιαμίν ηγούμενος Σπυρίδων, αρχιεπίσκοπος Θαβώρ και ηγούμενος της μονής Βηθλεέμ, ανήλθεν εις τον πατριαρχικόν θρόνον της Αντιοχείας και συμπαραλαβών μεθ’ εαυτού τους Βενιαμίν και Εμμανουήλ, τον μεν πρώτον εχειροτόνησε μητροπολίτην Αμίδης (Διαρβεκίρ), τον δε δεύτερον διάκονον, μετονομάσας αυτόν εις Μελέτιον. Το 1893, ότε επανήρχισε λειτουργούσα η Θεολογική Σχολή του Σταυρού, ο νεαρός διάκονος Μελέτιος τη αιτήσει του απεστάλη υπό του Βενιαμίν, ίνα φοίτηση εν αυτή. Μετά επταετείς σπουδάς ούτος ανηγορεύθη διδάσκαλος της ορθοδόξου Θεολογίας, εξελθών αριστούχος και πρώτος μεταξύ των συνταξιωτών του (1900). Το 1898 σπουδαστής έτι ανέλαβε σπουδαίαν αποστολήν παρά τω Αντιοχειανώ θρόνω μετά τον εξαναγκασμόν του πατριάρχου Σπυρίδωνος εις παραίτησιν και την συνεπεία ταύτης αποχώρησιν των Ελλήνων κληρικών εξ Αντιοχείας. Ο Μελέτιος, όστις έκτοτε κατετάγη εις τον αγιοταφιτικόν Κλήρον, ηδυνήθη να επιτύχη ωρισμένα οφέλη, αλλά ήτο πλέον πολύ αργά. Η κατάστασις είχεν εκφύγει των χειρών των Ελλήνων.

Τρεις ημέρας μετά της απονομήν των διπλωμάτων ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Δαμιανός (1897-1931) διώρισε τον Μελέτιον υπογραμματέα του θρόνου. Το 1903, ως γραμματεύς της ειδικής επιτροπής, συνέταξε το σχέδιον των κανονισμών του «Ιερού Κοινού» (της Αγιοταφιτικής Αδελφότητος δηλονότι) και μετά ταύτα εξελέγη αρχιγραμματεύς. Τούτο θεωρείται ως δικαία επιβράβευσις του υπ’ αυτού επιτελεσθέντος έργου, καθ’ όσον το αξίωμα του αρχιγραμματέως είναι ουσιαστικώτατον εις την Αγιοταφιτικήν Αδελφότητα. Εις την θέσιν ταύτην παρέμεινεν ο Μελέτιος επί εξαετίαν (1903-1909) και ανέπτυξεν εξαίρετον δραστηριότητα. Ως επίτροπος της εκπαιδεύσεως ηύξησε τα σχολεία από 50 εις 85, ενήργησε δια την έκδοσιν πλείστων ελληνοαραβικών διδακτικών βιβλίων, καθώς και διά την ίδρυσιν της «Πρακτικής Σχολής» της Ιόππης· περιελθών τας κοινότητας της Υπεριορδανίας, της Γαλιλαίας και Σαμάρειας εξήτασε την κοινοτικήν κατάστασιν και υπέβαλε σχετικήν έκθεσιν υποδεικνύων τα κατάλληλα μέτρα·έφορος δε της τροφού Θεολογικής Σχολής εις ηγήθη την αναθεώρησιν του κανονισμού και επέτυχε διάταξιν επιτρέπουσαν την απονομήν διπλώματος και εις τους μη χειροτονομένους σπουδαστάς. Το σπουδαιότερον όμως αναμφιβόλως των κατά την περίοδον ταύτην επιτευγμάτων του είναι η αναδιοργάνωσις του τυπογραφείου του Παναγίου Τάφου και η ίδρυσις του θεολογικού περιοδικού «Νέα Σιών» (1904).

Παραλλήλως ανέλαβε και αποστολάς εις τας άλλας Εκκλησίας. Ούτω το 1903 επεσκέφθη τον πατριάρχην Αλεξανδρείας Φώτιον, όπως ακούση τας γνώμας αυτού διά τα προσκυνηματικά ζητήματα. Το 1905 επεσκέφθη και πάλιν την Αλεξάνδρειαν, διά να διαπραγματευθή μετά του Γ. Ζερβουδάκη δάνειον 60 χιλιάδων λιρών προς την Αγιοταφιτικήν Αδελφότητα και το 1906 μετέβη μέσω Κωνσταντινουπόλεως εις Αυστρίαν και Ρωσίαν διά την ρύθμισιν κτηματικών ζητημάτων. Κατά την επιστροφήν διέμεινεν επί τρίμηνον χάριν μελετών εις την Γενεύην. Το 1907 απεστάλη εις την Κύπρον προς λύσιν του από δεκαετίας χρονίζοντος αρχιεπισκοπικού ζητήματος. Εκεί συνηντήθη μετά των αντιπροσώπων των άλλων Εκκλησιών, εν οις προεξήρχον ο Αλεξανδρείας Φώτιος και ο εκπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Αγχιάλου Βασίλειος, ο μετέπειτα πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βασίλειος Γ΄. Ο Μελέτιος αναχωρών συνέταξεν έκθεσιν επί του ζητήματος, ήτις εδημοσιεύθη αγγλιστί εις την «Επίσημον Εφημερίδα» της κυπριακής κυβερνήσεως και εχρησίμευσεν ως βάσις του νόμου, δι’ ου τελειωτικώς ελύθη το ζήτημα. Σημειωτέον ότι κατά την συνάντησιν ταύτην του Μελετίου μετά του πατριάρχου Φωτίου απεφασίσθη η ίδρυσις των πατριαρχικών περιοδικών Αλεξανδρείας «Εκκλησιαστικός Φάρος» και «Πάνταινος» διά της χρησιμοποιήσεως του παυθέντος καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Σταύρου Γρηγορίου Παπαμιχαήλ. Πριν ή διευθετηθή το κυπριακόν ζήτημα η Σιωνίτις Εκκλησία περιεπλάκη εις δεινήν δοκιμασίαν διά της ανακύψεως του από μακρού υποβόσκοντος ζητήματος των ιθαγενών αξιώσεων (1908). Ο πατριάρχης Δαμιανός επαύθη από της Αγιοταφιτικής Αδελφότητος, αλλά τελικώς επεκράτησεν. Ο Μελέτιος, όστις το αυτό έτος εξέδωκε την βραχύβιον ελληνοαραβικήν εφημερίδα «Παλαιστίνειος Κήρυξ» (εξεδόθησαν μόνον τρία φύλλα. Βλ. Αθ. Πανταζή, Ο «Παλαιστίνειος Κήρυξ», εν «Εκκλησιαστικός Φάρος», ΛΔ΄ [1935], σ. 613-618), μετέβη τότε μετά του σχολάρχου της Θεολογικής Σχολής του Σταυρού αρχιμανδρίτου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου εις Κωνσταντινούπολιν και ανέπτυξε το ζήτημα ενώπιον ειδικής επιτροπής, την οποίαν ώρισεν η Υψηλή Πύλη. Το σχετικόν υπόμνημα του Μελετίου εξεδόθη γαλλιστί και ελληνιστί υπό τον τίτλον «Αι αξιώσεις των αραβόφωνων» (Κωνσταντινούπολις 1909) (βλ. πλείονα και εις δημοσίευμα του Γ. Κλ. Σμαλιέρη, Δράσις του αρχιμανδρίτου Μελετίου Μεταξάκη εν Κωνσταντινουπόλει περί τα τέλη του 1908 και τας αρχάς του 1909, «Εκκλησιαστικός Φάρος», ΛΔ΄ [1935], σ. 597-610).

Ενώ ακόμη ο Μελέτιος ευρίσκετο εις Κωνσταντινούπολιν η εκ 33 μελών κληρικολαϊκή συνέλευσις της Μητροπόλεως Κιτίου Κύπρου εξέλεξε τούτον κατά Φεβρουάριον του 1910 ως μητροπολίτην Κιτίου και ούτω μετά ένα μήνα εχειροτονήθη εις Λευκωσίαν. Την εν λόγω Μητρόπολιν εποίμανεν ο Μελέτιος επί οκτώ έτη, αναπτύξας όλην την γνωστήν του δραστηριότητα και ενεργητικότητα· ίδρυσε το Παγκύπριον Ιεροδιδασκαλείον (Οκτώβριος 1910) και επρωτοστάτησεν εις την ίδρυσιν του Εμπορικού Λυκείου εν Λάρνακι· συνέταξε τον καταστατικόν χάρτην της Εκκλησίας της Κύπρου και τους ειδικούς κανονισμούς της ενοριακής διοικήσεως και των θρονικών επιτρόπων· το 1911 ίδρυσε το περιοδικόν «Εκκλησιαστικός Κήρυξ», το οποίον εξηκολούθησε κατόπιν να εκδίδη και εις Αθήνας και εν Ν. Υόρκη (βλ. Θεοδωρήτου Κοκκινάκη, διακόνου [νυν μητροπολίτου Θυατείρων Αθηναγόρου Β΄], Η συμβολή του πατριάρχου Μελετίου εις το γραπτόν κήρυγμα, «Εκκλησιαστικός Φάρος, ΛΔ΄ [1933], σ. 640 647).

Το 1912-1913 ο Μελέτιος επεσκέφθη τας Αθήνας και τότε κατήρτισε την έκθεσιν της παρά του υπουργού των Εξωτερικών Λ. Κορομηλά συσταθείσης υπό τον Ίωνα Δραγούμην επιτροπής προς μελέτην των εκ της εδαφικής προσαρτήσεως επαρχιών του Οικουμενικού Πατριαρχείου εις τα κράτη Ελλάδος, Σερβίας και Βουλγαρίας προκυψάντων ζητημάτων. Εις την συνεργασίαν εκείνην του Μελετίου μετά των ως άνω πολιτικών ανδρών οφείλεται και η πρότασις της υποψηφιότητος τούτου ως διαδόχου του αποβιώσαντος οικουμενικού πατριάρχου Ιωακείμ Γ΄ († 1912). Επίσης δις επεσκέφθη κατά την περίοδον ταύτην ο Μελέτιος το Άγιον Όρος και οργάνωσε την άμυναν των ελληνικών και αγιορειτικών δικαίων (Αύγουστος 1913 και Δεκέμβριος 1914).

Το 1918, χηρεύσαντος του μητροπολιτικού θρόνου των Αθηνών, εξελέγη ο Μελέτιος προκαθήμενος της Ελλαδικής Εκκλησίας. Παρέμεινεν εν τη θέσει ταύτη μέχρι της μεταπολιτεύσεως του Νοεμβρίου 1920, οπότε διά του από 16 Νοεμβρίου β. δ. επανήλθεν ως μητροπολίτης ο προκάτοχος αυτού Θεόκλητος Α΄. Ο Μελέτιος κατά την περίοδον ταύτην ίδρυσε την «Στέγην της Εκκλησίας», δηλ. το σημερινόν Εκκλησιαστικόν Ορφανοτροφείον Βουλιαγμένης, ωργάνωσε την φιλανθρωπικήν κίνησιν της Εκκλησίας διά της συστάσεως των φιλόπτωχων ταμείων, ενδιεφέρθη διά την μόρφωσιν του Κλήρου, εξηκολούθησε την έκδοσιν του «Εκκλησιαστικού Κήρυκος» και εξέδωκε και επιστημονικόν περιοδικόν την «Διδαχήν» (1919), συνέταξε «Σχέδιον νόμου περί διοικήσεως της εν Ελλάδι Εκκλησίας» («Διδαχή». Α΄ [1919], σ. 347-400) και τέλος ανέλαβε περιοδείας εντός και εκτός της Ελλάδος. Ούτως ηγήθη εκκλησιαστικής αποστολής εις Ηνωμένας Πολιτείας της Αμερικής, αποτελεσθείσης εκ του βοηθού επισκόπου Ροδοστόλου και κατόπιν αρχιεπισκόπου Αμερικής Αλεξάνδρου, του τότε αρχιμανδρίτου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου και του τότε διευθυντού των εκκλησιαστικών υποθέσεων του υπουργείου Παιδείας Αμ. Σ. Αλιβιζάτου (βλ. σημειώματα του τελευταίου τούτου, Ο Αθηνών Μελέτιος εν Αμερική το πρώτον, «Εκκλησιαστικός Φάρος», ΛΔ΄ [19?5], σ. 653-663). Σημειωτέον ότι η εν Αμερική Εκκλησία διά πατριαρχικού τόμου Ιωακείμ του Γ΄ (8 Μαρτίου 1908) είχεν αποσπασθή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και είχεν υπαχθή ως και αι λοιπαί ορθόδοξοι ελληνικαί κοινότητες του εξωτερικού υπό την Εκκλησίαν της Ελλάδος (περί της δράσεως του Μελετίου γενικώς ως μητροπολίτου Αθηνών πρβλ. και το δημοσίευμα του πρωθιερέως Νικ. Π. Παπαδοπούλου, Ο μητροπολίτης Αθηνών, πρώην οίκουμενικός, Μελέτιος Δ΄, ενθ’ αν., σ. 625-636).

Απομακρυνθείς των Αθηνών δι’ απλού β.δ. ο Μελέτιος διεμαρτυρήθη κατά του αντικανονικού της πράξεως ταύτης και μεταβάς εις Αμερικήν τον Φεβρουάριον του 1921 εξηκολούθησε να ποιμαίνη ως μητροπολίτης Αθηνών την προ δύο ετών συγκροτηθείσαν υπ’ αυτού Εκκλησίαν. Κατά την δεκάμηνον εκεί διαμονήν διέσχισε τας Ηνωμένας Πολιτείας προς όλας τας κατευθύνσεις και ωργάνωσε την «Ελληνικήν Αρχιεπισκοπήν Αμερικής, Βορείου και Νοτίου». Επίσης τον Οκτώβριον του 1921 ίδρυσε το «Ελληνοαμερικανικόν Σεμινάριον Αγίου Αθανασίου» (πρβλ. και Βασιλείου Θ. Ζούστη, Ο εν Αμερική Ελληνισμός και η δράσις αυτού, Νέα Υόρκη 1954, σ. 125-131).

Εις την Αμερικήν ευρισκόμενος ο Μελέτιος εξελέγη την 25ην Νοεμβρίου 1921 οικουμενικός πατριάρχης υπό το όνομα Μελέτιος Δ΄, ενεθρονίσθη δε εν Κωνσταντινουπόλει την 24ην Ιανουαρίου 1922 (βλ. τον ενθρονιστήριον αυτού λόγον εν Βασ. Θ Ζούστη, μν. έργ., σ. 142-148). Εις την πρώτην ταύτην θέσιν της Ορθοδοξίας παρέμεινε μέχρι της υπογραφής της συνθήκης της Λοζάννης, διότι μετά την επικράτησιν του κινήματος του Κεμάλ ανεχώρησε την 10ην Ιουλίου 1923 εις Άγιον Όρος και εκείθεν απέστειλε την 20ήν Σεπτεμβρίου του αύτού έτους την εκ του θρόνου παραίτησίν του. Κατά την μόλις δεκαεπτάμηνον ταύτην πατριαρχίαν εξηρτήθησαν και πάλιν εκ του Οικουμενικού Πατριαρχείου αι εν διασπορά ορθόδοξοι ελληνικαί κοινότητες, ακυρωθέντος του πατριαρχικού τόμου της 8ης Μαρτίου 1908 (βλ. πατριαρχικόν έγγραφον της 1ης Μαρτίου 1922 εν Β. Ο. Ζούστη, μν. έργ., σ. 149-151), ιδρύθη η Μητρόπολις Θυατείρων και εξαρχία Δυτικής Ευρώπης με έδραν το Λονδίνον (Απρίλιος 1922) και η Μητρόπολις Αυστραλίας, υπήχθησαν υπό την πνευματικήν δικαιοδοσίαν του Πατριαρχείου αι ορθόδοξοι Αρχιεπισκοπαί των νέων κρατών Τσεχοσλοβακίας, Εσθονίας και Φιλλανδίας, ετέθησαν αι βάσεις του αυτοκεφάλου της εν Πολωνία Ορθοδόξου Εκκλησίας, ανεγνωρίσθη το κύρος των αγγλικανικών χειροτονιών και συνεκροτήθη Πανορθόδοξον Συνέδριον, το οποίον απεφάσισε περί της μεταρρυθμίσεως του ημερολογίου (Φεβρουάριος 1922) (περί της περιόδου ταύτης βλ. «Εκκλησιαστικόν Φάρον», ΛΔ΄ [1935], σ. 637-639: Ιστορικόν σημείωμα περί της καθόλου δράσεως Μελετίου Δ΄ ως οικουμενικού πατριάρχου. Επίσης Δημ. Μαυροπούλου, Πατριαρχικαί σελίδες, Αθήναι 1960, σ. 154-198).

Το 1924 ο Μελέτιος εγκατεστάθη εφησυχάζων εις Κηφισιάν, όπου έλαβε το μήνυμα της εκλογής του ως πατριάρχου Αλεξανδρείας εις διαδοχήν του αποθανόντος πατριάρχου Φωτίου (20 Μαΐου 1926). Τον αρχαίον ιστορικόν τούτον θρόνον του ευαγγελιστού Μάρκου κατηύθυνεν ο Μελέτιος μέχρι του θανάτου του (28.7.1935) αναδιοργανώσας το παλαίφατον Πατριαρχείον και εμφυσήσας εις αυτό νέαν ζωήν. Εις την Αλεξάνδρειαν αφίχθη και ενεθρονίσθη την 13ην Ιουνίου 1926, επελήφθη δε αμέσως της ρυθμίσεως των εκκρεμών ζητημάτων, μολονότι η αναγνώρισις αυτού εβράδυνεν υπέρ το έτος (8 12.1927). Ίδρυσεν αμέσως το Ιεροδιδασκαλείον Άγιος Αθανάσιος, εμερίμνησε διά το κήρυγμα του θείου λόγου, μετακαλέσας εξ Αθηνών τον πρόεδρον της «Αναπλάσεως» Μιχαήλ Γαλανόν, ανεκαίνισε το πατριαρχικόν τυπογραφείον, ώστε να εκδοθή δι’ αυτού σειρά όλη εκλεκτών θεολογικών και εποικοδομητικών έργων, ενίσχυσε τα υπάρχοντα θρησκευτικά σωματεία («Πίστις» Αλεξαν­δρείας, «Ευσέβεια» και «Χριστοπολιτεία» Καΐρου), τα πατριαρχικά σχολεία και τα φιλανθρωπικά ιδρύματα.

Παραλλήλως ο Μελέτιος ηθέλησε να ρυθμίση και όλας τας άλλας εκδηλώσεις της ζωής της Αλεξανδρινής Εκκλησίας. Ούτως επί των ημερών του συνετάχθη Διάταξις «περί οικονομικής διαχειρίσεως του Πατριαρχείου», εξεδόθησαν λεπτομερείς εγκύκλιοι περί ληξιαρχικών πράξεων, βαπτίσματος, γάμου, υιοθεσίας, θανάτου, και περί συντάξεως διαθηκών, εδημοσιεύθη ο «Οργανισμός των Δικαστηρίων του πατριαρχικού θρόνου Αλεξανδρείας», «Διάταξις περί γάμου και διαζυγίου», ερρυθμίσθησαν αι σχέσεις του Πατριαρχείου προς τας ελληνικάς κοινότητας, τα σωματεία και τα ιδρύματα και το σπουδαιότερον συνετάχθη και εψηφίσθη ο «Οργανικός Νόμος του Ελληνορθοδόξου Πατριαρχείου Αλεξανδρείας» (εξεδόθη εν Αλεξανδρεία 1935. Βλ. «Πάνταινον», ΛΓ΄ [1934], σ. 438-439). Δι’ αυτού κατηργήθη η Μητρόπολις Μέμφιδος και ιδρύθησαν τρεις νέαι, της Ερμουπόλεως με έδραν την Τάνταν, της Ιωαννουπόλεως με έδραν το Γιοχάννεσμπουργκ της Ν. Αφρικής, και της Καρθαγένης με έδραν την Τύνιδα, αποκατεστάθη δε εν Αλεξανδρεία το αρχαίον συνοδικόν σύστημα, διαφυλαχθέντων ωρισμένων προνομίων υπό του πατριάρχου.

Επίσης ο πατριάρχης Μελέτιος εν τη μερίμνη αυτού υπέρ του ποιμνίου του επεχείρησε περιοδείαν εις τας χώρας της Β. Αφρικής (Ευσταθίου Γ. Ευσταθίου, ιεροδιακόνου, Η ανά την Β. Αφρικήν ποιμαντορική περιοδεία του αοιδίμου πατριάρχου ημών Μελετίου Β΄, «Εκκλησιαστικός Φάρος», ΛΔ΄ [1935], σ. 709 -711. Πρβλ. και Θεοδ. Δ. Μοσχονά, Ο πατριάρχης Μελέτιος και ο εν τη διασπορά της Δυτικής Αφρικής Ελληνισμός, αυτόθι, σ. 693-696), επεσκέφθη το Σινά και απέστειλεν εις Αιθιοπίαν τον Αξώμης Νικόλαον. Τέλος επεξέτεινε την δράσιν αυτού και εις το εξωτερικόν αποστείλας αντιπροσώπους εις την Πανορθόδοξον Διάσκεψιν του Αγ. Όρους (1930) και ηγηθείς της ορθοδόξου αντιπροσωπείας εις το Συνέδριον του Λάμπεθ το 1931 συνετέλεσε πολύ εις την δημιουργίαν κλίματος προσεγγίσεως μετά των Αγγλικανών. Σχετική ήτο και η υπό του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας επί των ημερών του αναγνώρισις του κύρους των αγγλικανικών χειροτονιών (βλ. πλείονα περί της δράσεως του Μελετίου ως πατριάρχου Αλεξανδρείας και εν Β΄, σ. 62-68 του παρόντος, ως και εν «Εκκλησιαστικός Φάρος», ΛΔ’ [1935], ένθα τα εξής σημειώματα: Πολυκάρπου [Συνοδινού], μητροπολίτου Μεσσηνίας, Μελέτιος Β΄, πατριάρχης Αλεξανδρείας, σ. 648-650. Ιωάννου Α. Γκίκα, Ο πατριάρχης Μελέτιος Β΄, σ. 664-667. Ιωάννου Μπεθάνη, Η δεκαετής μελετιακή εποχή [1926-1935], σ. 672-677. Νικολάου Σ. Φιριππίδου, Ο πάπας και πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος Β’ και η πατριαρχική βιβλιοθήκη Αλεξανδρείας, σ. 678-689. Απ. Γ. Κωνσταντινίδου, Ανέκ­δοτοι σελίδες εκ της εθνικής δράσεως Μελετίου Μεταξάκη, σ. 697-708).

Ο Μελέτιος εν τη ακμή της δράσεώς του μετέστη προς Κύριον κατά την νύκτα του Σαββάτου 27 προς την Κυριακήν 28 Ιουλίου 1935. Το εκκλησιαστικόν έργον αυτού υπήρξε μέγα και πολυσχιδές, ούτος δε ανεδείχθη εις μιαν των μεγαλυτέρων προσωπικοτήτων του ορθοδόξου κόσμου.

Συγγραφική δράσις: Ο Μελέτιος παρά την έκτακτον και μεγάλης ακτίνος εκκλησιαστικήν δραστηριότητά του, τα πολυάριθμα συντακτικά αυτού υπομνήματα και την ποικίλην αρθρογραφίαν, εδημοσίευσε και τα εξής έργα: «Η Μαδηβά». Μακρά πραγματεία περί του μωσαικού χάρτου της Μαδηβάς και των άλλων μωσαϊκών της μωαβιτικής ταύτης πόλεως. Η πραγματεία αύτη εδημοσιεύθη εν «Ν. Σιών», Α΄, 1904, σ. 49 κ. εξ. «Αι αξιώσεις των αραβόφωνων», Κωνσταντινούπολις 1909. Το αυτό και γαλλιστί. «Το Άγιον Όρος και η ρωσική πολιτική εν Ανατολή», Αθήναι 1913. «Υπόμνημα προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος, Περί της εκκλησιαστικής καταστάσεως και των δεόντων γενέσθαι», Αθήναι 1920 και εν «Διδαχή», Α΄ (1919), σ. 241-400.

Back To Top