ΜΑΘΙΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ 1876-1956

 Ζωγράφος καί ἀκαδημαϊκός. Παρακολούθησε ἀρχικά μαθήματα στή Νομική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἀλλά σύντομα τά ἐγκατέλειψε (1894) καί γράφτηκε στό Σχολεῖο τῶν Τεχνῶν, ὅπου εἶχε δάσκαλο τόν Νικηφόρο Λύτρα. Στή συνέχεια (1897) πῆγε γιά δύο χρόνια στό Παρίσι, ὅπου μαθήτευσε κοντά στούς Μπενζαμέν Κονστᾶν, Ζύλ Λεφέβρ καί Ζᾶν Πώλ Λωρᾶν. Τό 1900, πολύ νέος ἀκόμα, βραβεύτηκε μέ ἀργυρό μετάλλιο στήν ἔκθεση τοῦ Παρισιοῦ γιά τό ἔργο του Ἡ κυρία μέ τό σκυλάκι.

Τό 1903 ἐπέστρεψε στήν Ἑλλάδα καί τό 1911 διορίστηκε καθηγητής τῆς Σκιαγραφίας στή Σχολή Καλῶν Τεχνῶν. Τέσσερα χρόνια ἀργότερα διορίστηκε στήν ἕδρα τοῦ Γυμνοῦ της ἴδιας σχολῆς, ὅπου καί παρέμεινε ὡς τό 1949, ὅποτε παραιτήθηκε λόγω ὁρίου ἡλικίας. Ὑπῆρξε ἐπίσης (1946 – 49) διευθυντής τῆς Σχολῆς. Τό 1949 ἐκλέχτηκε ἀκαδημαϊκός. Ὁ Μαθιόπουλος, ζωγράφος ἠθογραφικῶν θεμάτων καί κυρίως προσωπογράφος καί κρητιδογράφος (παστελίστας), ἄσκησε σημαντική ἐπίδραση στή διαμόρφωση τῆς νεοελληνικῆς τέχνης καί τῆς αἰσθητικῆς ἀγωγῆς τοῦ ἑλληνικοῦ κοινοῦ στό ἅ’ μισό του 20ού αἵ.

Ἀγαπημένος τῆς κοσμικῆς ἀθηναϊκῆς κοινωνίας, σύντομα ἀπέκτησε μεγάλη φήμη. Στό θαυμάσιο ἐργαστήριό του στό Ζάππειο φιλοτέχνησε προσωπογραφίες πού ἐμοίαζαν πολύ μέ τά μοντέλα του ἀλλά καί τά κολάκευαν, σύμφωνα μέ τή συνήθεια τῆς ἐποχῆς, προσδίδοντας τούς περισσότερη χάρη, πού τά ἔκανε εὐχάριστα ἀλλά κάποτε καί γλυκερά. Μέ τό ἴδιο ἰδεαλιστικό ὅραμα ὁ Μαθιόπουλος ἀντιμετώπισε καί τό γυναικεῖο γυμνό. Σ’ αὐτό τόν βοήθησε καί ἡ εὐαίσθητη τεχνική της κρητιδογραφίας παστέλ (πρῶτος αὐτός τήν εἰσήγαγε στήν Ἑλλάδα), πού ἀπαιτεῖ ἀκρίβεια στή γραμμή καί ἄμεση αἴσθηση τοῦ χρώματος. Ἰδιαίτερα διέπρεψε ὁ Ἀθηναῖος ζωγράφος στούς ἐλαφρούς, φωτεινούς καί ὀνειρώδεις χρωματικούς τόνους. Παρ’ ὅλη τή φήμη του στούς κοσμικούς κύκλους καί τούς ἀναμφισβήτητα δεξιοτεχνικούς ἀκροβατισμούς του, ὁ Μαθιόπουλος δέν ἐκμεταλλεύτηκε τίς ἱκανότητες τοῦ (ὅπως μαρτυροῦν τά λιγοστά τοπία του) καί δέ στάθηκε, παρά σποραδικά, μεγάλος ζωγράφος (ἄν καί τό ἔργο του δέν ὑστερεῖ σέ σύγκριση μέ τίς ἀνάλογες δημιουργίες Γάλλων συναδέλφων του μέ συγγενικές τάσεις).

Γενικά μπορεῖ νά εἰπωθεῖ ὅτι εἶναι ὁ φορέας στήν Ἑλλάδα τοῦ πνεύματος τῆς «ἄρ νουβῶ» καί ὁρισμένων τεχνικῶν γνωρισμάτων τοῦ ἐμπρεσιονισμοῦ ἀλλά καί ἐκπρόσωπος τοῦ πνεύματος τῆς ἀνερχόμενης καί φιλόδοξης κοινωνίας τῆς κοσμικῆς Ἀθήνας. Πῆρε μέρος σέ πολλές ἐκθέσεις, τόσο στήν Ἑλλάδα ὅσο καί στό ἐξωτερικό (Ρώμη, Παρίσι, Βερολίνο, Ἄμστερνταμ, Λένινγκραντ, Μονακό κτλ.), καί ἄφησε μεγάλο ἀριθμό ἔργων, πολλά ἀπό τά ὁποία βρίσκονται στήν Ἐθνική Πινακοθήκη καί σέ ἰδιωτικές συλλογές. Στούς κυριότερους πίνακές του συγκαταλέγονται: Ἡ κυρία μέ τό σκυλάκι, Ὁδός Πανεπιστημίου, Μετά τή βροχή, Τό παιχνίδι, Κοντά στό παράθυρο, Ἐκστατική ἀφύπνισις, Dolce far niente, Ὁ καλλιτέχνης, οἱ προσωπογραφίες τοῦ Λύτρα, τοῦ βασιλιᾶ Γεωργίου Α΄ καί τοῦ Ἰωάννη Μεταξά καθώς καί πολλά πορτραίτα κυριῶν τῆς καλῆς κοινωνίας, ὅπως τῶν δεσποινίδων Λεβίδου καί Λασκαρίδου, τῶν κυριῶν Λαμπέρ, Ἄντ. Μπενάκη καί Παπαστράτου μέ τό παιδάκι της.

 

 

 

 

Comments are closed.