skip to Main Content

Ἕνας ἀπό τούς πιο  διακεκριμένους σύγχρονους Ἕλληνες βυζαντινολόγους. Καθηγητής τοῦ πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καί Ἀκαδημαϊκός.

Γεννήθηκε στήν Ἐρμούπολη Σύρου τήν 21ην Ἰουλίου 1881. Ἀπόφοιτός του γυμνασίου Σύρου, ἐνεγράφη τό 1900 εἰς τήν Φιλοσοφική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, λαμβάνοντας τό πτυχίο τόν Ἰούνιο τοῦ 1904 μέ τόν βαθμό ἄριστα. Τό 1906 ἀνακηρύχτηκε διδάκτωρ, ὑποβάλλοντας  ἐναίσιμον διατριβήν μέ τόν τίτλον «Βασιλείου τοῦ Μεγάλου δόξαι παιδαγωγικαί»,  ἡ ὁποία βραβεύτηκε  καί στό Ράλλιο φιλολογικό διαγωνισμό.

Κατά τήν τετραετία 1904-1907, δίδασκε ὡς καθηγητής τῆς Μέσης ἐπί διετία ἐν τή Σχολή τοῦ Μεγάλου Ρεύματος στήν Κωνσταντινούπολη, ἐπί διετία δέ, ὡς σχολάρχης ἐν Βαμβακού τῆς Λακεδαίμονος.

Τό 1907 μετά ἐπιτυχῆ του διαγωνισμό στό Ἐθνικό Πανεπιστήμιον (κληροδότημα Σφογοπούλου), για  εὐρύτερες σπουδές ἐν τῷ ἐξωτερικό,  πῆγε στήν Γερμανία, ὅπου ἐπί ἔξι  ἑξάμηνα παρακολούθησε πανεπιστημιακές παραδόσεις καί φροντιστήρια, κλασικῆς φιλολογίας, γλωσσολογίας, παπυρολογίας, βυζαντινολογίας καί παιδαγωγικῆς, παρά ἐπιφανῶν καθηγητῶν ἐν Ἰένη καί Μονάχο, κυρίως δέ τοῦ Krumbacher, ὅπου καί πρώτευσε σέ διεθνῆ διαγωνισμό τοῦ φροντιστηρίου του μέ θέμα τήν ἔκδοση ἀνεκδότου τμήματος τοῦ Βίου τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.

Ἐπέστρεψε στήν Ἀθήνα τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1911 καί  προσελήφθη ἀμέσως εἰς τήν ὑπηρεσία τοῦ Ἱστορικοῦ Λεξικοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, ὡς συντάκτης. Ἀπό τό 1926 ἕως τό 1931 διετέλεσε διευθυντής, ἐπιδείξας ἐξαίρετη ἐπιμέλεια περί τήν πλήρη ἀνασυγκρότηση τοῦ τμήματος, μέχρι τῆς ἐκλογῆς του ὡς καθηγητοῦ τοῦ πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.

Τό 1926 διορίζεται καθηγητής τοῦ νεοϊδρυθέντος πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης μή διδάξας, ἐκλεγεῖς δέ τό 1931 καθηγητής τοῦ πανεπιστημίου Ἀθηνῶν εἰς τήν ἕδρα τοῦ Δημοσίου καί Ἰδιωτικοῦ Βίου τῶν Βυζαντινῶν δίδαξε γιά  εἴκοσι χρόνια  (1931-1951) ἀνελλιπῶς, καί παραιτήθηκε αὐτῆς  λόγω ὁρίου ἡλικίας.

Παραλλήλως πρός τά καθήκοντά του ὡς καθηγητοῦ διετέλεσε καί κατά τήν περίοδο τῆς Κατοχῆς (1942-1943) διευθυντής τῶν Γενικῶν Ἀρχείων τοῦ Κράτους, στην  ἐπιτροπή τῶν ὁποίων μετεῖχε (1937-1939) καί προέδρευσε μετά ταῦτα (1947-1951).

Μετά τήν ἀποχώρησή του ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου, ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν ἀμείβουσα τήν ἐπιστημονική  δράσιν τοῦ ἀνδρός, ἐξέλεξε τοῦτον τακτικό μέλος τῆς (1951). Μετά ἀπό μακράν ἀσθένεια πέθανε τήν 15ην Ἰανουαρίου 1956.

Ἀντάξιος μαθητής τῶν μεγάλων διδασκάλων του, ὁ Κουκουλές ἀκολούθησε μέ ἀγαστή συνέπεια ἐκ τῶν πρώτων ἤδη βημάτων του, φέρων εἰς τούς στιβαρούς ὤμους τοῦ τό βάρος τῆς κληρονομιᾶς, τάς φιλολογικές του ἐνασχολήσεις.

Κατά τόν μακρόν δρόμο τῆς ἐπιστημονικῆς του σταδιοδρομίας, συνετέλεσε σπουδαίως καί μέ ἐπιστημονική πληρότητα στήν ἀνάπτυξη καθόλου τῶν βυζαντινῶν σπουδῶν στήν Ἑλλάδα. Ἐμπνευσμένος ἐκ τῆς ἰδέας τοῦ διδασκάλου τοῦ Krumbacher, ἱδρύει ἀπό τοῦ 1918 τήν Ἑταιρεία Βυζαντινῶν Σπουδῶν, γενικός γραμματεύς τῆς ὁποίας διετέλεσε μέχρι τοῦ 1955.

Ἐκδίδει συγχρόνως τήν μέχρι σήμερον κυκλοφοροῦσαν ἐπετηρίδα καί προβάλλει ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, στά διεθνῆ Βυζαντινολογικά Συνέδρια, τήν νεωτέρα ἐπιστημονική Ἑλλάδα.

Οἱ καθαρῶς βυζαντινολογικές του ἐργασίες ἀποτελοῦν ἐπιβλητικό σταθμό εἰς τήν σχετική ἔρευνα. Ξεκινώντας ἀπό τήν πραγματική καί ὑγιῆ ἐπιστημονική βάση τῆς γνωριμίας αὐτοῦ πρός τούς συγγραφεῖς καί χρησιμοποιώντας ἐκ πρώτης χειρός τίς φιλολογικές πηγές, κατέλιπε βαρυσήμαντο πολύτομο ἱστορικόν ἔργον, τό «Βυζαντινῶν Βίος καί Πολιτισμός» (1948 -1952), ὡς καί τό «Θεσσαλονίκης Εὐσταθίου τά Λαογραφικά» (1950) καί Θεσσαλονίκης Εὐσταθίου Γραμματικά» (1953).

Ὁ Κουκουλές ἐστράφηκε πρός συγγραφεῖς καί Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας οἱ ὁποῖοι δέν  ἐρευνήθηκαν επαρκως, μέ σκοπό νά παρουσιάσει τό βάθος καί τίς ὠφέλιμες ἰδέες αὐτῶν πρός τό εὐρύτερο κοινό καί νά καταστήσει αὐτές κτῆμα εἰς τούς μεταγενεστέρους (Χρυσόστομος, Μ. Ψελλός, Πτωχοπρόδρομος).

Τό ἐπιστημονικό ἔργον του δέν περιορίζεται μόνον εἰς τό βυζαντινό πεδίον. Πολυσύνθετος νοῦς, ἐπεκτείνεται εἰς διαφόρους κλάδους τῆς φιλολογικῆς ἐπιστήμης.

Κατατάσσοντας τό ἐπιστημονικό ἔργον τοῦ Κουκουλέ, δυνάμεθα νά τό διακρινόμενα, ὅπως ὁ ἀείμνηστος καθηγητής Ν. Β. Τωμαδάκης παρατηρεῖ, σέ: α) Φιλολογικόν (γενικαί φιλολογικαί μελέται, γραμματολογία κ.λπ.), β) Γλωσσικό, γ) Λαογραφικό, δ) Ἱστορικόν, καί 5) Ἐκλαϊκευτικό καί λογοτεχνικό.

Θέτoντας ὡς γνώμονα τῆς ὅλης ἐργασίας τοῦ τήν ἰδέαν τοῦ ἑλληνοχριστιανικοῦ πολιτισμοῦ, γράφει: «Μελετῶν τήν βυζαντινήν καί νεοελληνικήν περίοδον δύο κυρίως γενικᾶς γραμμᾶς παρακολουθῶ: πρῶτον θέλω νά εὕρω εἰς ποίαν ἐποχήν ἀνάγονται αἵ ἀρχαί τῆς νεοελληνικῆς περιόδου καί πώς αὖται εἶναι ζητητέαι, καί δεύτερον προσπαθῶ, πάση δυνάμει, νά γνωρίσω τάς παλαιοτέρας ἐποχάς ἀπό γλωσσικῆς, ἀλλά καί καθ’ ὅλου φιλολογικῆς ἀπόψεως, ὁρμώμενος οὐχί ἐκ κειμένων μόνον, ἄτινα πάντοτε δέν εἶναι ἀρκοῦντα βοηθήματα, ἀλλά κυρίως ἀπό τῆς νεοελληνικῆς γλώσσης καί τοῦ νεοελληνικοῦ βίου, τοῦ ἀγράφου τούτου βιβλίου καί τοῦ θαυμασίου τούτου βοηθήματος… (Θά παρατηρηθῆ ἐν τούτοις) ἐν πολλαῖς τῶν μονογραφιῶν μου ὅτι καί τήν ἀντίθετον πολλάκις ἀκολουθῶ ὁδόν, ὁρμώμενος δηλαδή ἐκ τῆς γνώσεως τῶν βυζαντινῶν πραγμάτων καί τῆς βυζαντινῆς γλώσσης προσπαθῶ δί’ αὐτῶν νά κατανοήσω καί ἑρμηνεύσω τά σημερινά, ἄτινα ἐκείνων φυσική ἐξέλιξις καί συνέπεια τυγχάνουν. Ἐν γένει μή θεωρῶν ὡς κεχωρισμένους καί καθ’ ἑαυτούς κειμένους τούς δύο κόσμους, τόν τέ βυζαντινόν καί τόν νεοελληνικόν, πειρῶμαι κατά τήν ἔρευναν νά φέρω τούτους εἰς σχέσιν ἀμοιβαίαν» (Τίτλοι καί ἔργα, σ. 10). Οἱ στήν Βυζαντινή Λαογραφία καί στήν νεότερη, ὅπως καί στίς γλωσσικές μελέτες του, ἀνταποκρίθηκε πλήρως.

Μή ἀφιστάμενος καί τοῦ ἔργου ἀπό τῆς πανεπιστημιακῆς ἕδρας ὁ Κουκουλές ἐπί μίαν ὁλόκληρο εἰκοσαετία, δίδασκε συγχρόνως διά τῶν διαλέξεών του καί διά τῆς συγγραφῆς τῶν ἐκλαϊκευτικῶν καί λογοτεχνικῶν του κειμένων τόν λαό, καθιστῶν τόν πλοῦτο τῆς γνώσεώς του οὐχί μόνον κτῆμα τῶν ἐπιστημόνων, ἀλλά καί τοῦ εὐρύτερου κοινοῦ.

Ἀλλά ὅπως παρατηρεῖ ὁ καθηγητής Γεώργιο Ζώρας, ἡ μεγαλύτερα διδασκαλία τοῦ ἀνδρός ἦταν «ἡ εὐγένεια τῆς ψυχῆς, ἡ χριστιανική πίστις, ἡ ἄμετρος καλωσύνη, ἀρεταί μέ τάς ὁποίας πλουσιοπαρόχως εἶχεν ἐφοδιάσει αὐτόν ἡ φύσις καί μέ τάς ὁποίας ἐγνώριζε νά κατακτᾶ τήν γενικήν ἐκτίμησιν καί σεβασμόν».

Ὁ Κουκουλές καθ’ ὅλον τό διάστημα τοῦ βίου τοῦ τίμησε διά τῆς παρουσίας τοῦ πλεῖστα ὅσα ἐπιστημονικά σωματεῖα ἐν Ἑλλάδι καί τῷ ἐξωτερικό, ἐργασθεῖς μετά ζήλου καί περισσῆς ἀγάπης.

Οὕτως ἔγινε ἀπό τούς στυλοβάτες στά Χανιά  ἀκμάζοντος «Φιλολογικοῦ Συλλόγου Χρυσόστομος», ἵδρυσε ὅπως προαναφέρθηκε ἀνωτέρω ἐλέχθη τήν Ἑταιρείαν Βυζαντινῶν Σπουδῶν, διετέλεσε ἅ΄ ἀντιπρόεδρος τῆς «Ἐπιστημονικῆς Ἑταιρείας», καί τῆς «Γλωσσικῆς Ἑταιρείας», ἀντιπρόεδρος τῆς «Λαογραφικῆς Ἑταιρείας», ἑταῖρος τῆς ἐν Ἀθήναις Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, τοῦ Φιλολογικοῦ Συλλόγου «Παρνασσός», τοῦ στό Βερολίνο «Φιλολογικοῦ Συλλόγου», τοῦ ἐν Βουδαπέστη «Φιλολογικοῦ Συλλόγου», μέλος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑνώσεως τῶν βυζαντινολόγων, ἐπίτιμο μέλος τοῦ Πατριαρχικοῦ Ἰνστιτούτου Ἀλεξανδρείας κ.α. Ἡ Ἑταιρεία Βυζαντινῶν Σπουδῶν τιμώντας τόν ἱδρυτή καί γενικό της γραμματέα τοῦ ἀφιέρωσε ἔτι ζῶντος τόν ΚΓ΄ (1953) τόμο «Κανίσκιον Φαίδωνι Ι. Κουκουλέ».

Ἔργα του.

Ἀπό τόν καταλόγο τῶν ἔργων τοῦ Κουκουλέ πού  δημοσιεύτηκαν ὑπό τοῦ Ι. Π. Παμπούκη στόν ΚΓ΄ (1953) τόμο τῆς Ἐπετηρίδος τῆς Ἑταιρείας Βυζαντινῶν Σπουδῶν (σ.κ΄-λγ΄),περιλαμβάνοντος 235 τόν ἀριθμόν πραγματείας καί συγγραφές αὐτοῦ, ἀναφέρομε ὁρισμένα ἀπό τά σπουδαιότερα.

1) Βασιλείου τοῦ Μεγάλου δόξαι παιδαγωγικαί. Ἐναίσιμος διατριβή βραβευθεῖσα ἐν τῷ Ραλλείω φιλολογικῶ διαγωνισμῶ, Ἀθῆναι (1907), σ. η΄-47.

2) Ἱστορικά σημειώματα περί τῶν σχολῶν Μεγάλου Ρεύματος, ΔΙΕΕ, Ζ΄ (1910), σ. 120-140.

3) Περί τοῦ Θεσσαλονίκης Εὐσταθίου ὡς λαογράφου. Actes du seiziemeCongres international des orientalistes, Athenes, 1912, σ. 156.

4) Συμβολή εἰς τήν μεσαιωνικήν ἑλληνικήν Λαογραφίαν, «Ἀθηνᾶ», ΚΣΤ΄ (1914), σ. 137-150,

5) Ἠσυχιανά, «Λεξικογραφικόν Ἀρχεῖον», Β΄ (1916), σ. 61-98.

6) Κωνσταντινᾶτα, «Λαογραφία», ΣΤ΄ (1917), σ. 216-220.

7) Γλῶσσαι Ἠσυχίου, «Λέξ. Ἀρχεῖον», Ἐ΄ (1918), σ. 17-26.

8) Ἐκ τοῦ βίου τῶν Βυζαντινῶν, Ἀθῆναι (1920), σ. 128.

9) Διά τῆς ἑλληνικῆς Ἱστορίας καί τοῦ ἑλληνικοῦ βίου, Ἀθῆναι (1922), σ. 74.

10) Ὁ ἐν Μεγάλω Ρεύματι ναός τῶν Ταξιαρχῶν, ΔΙΕΕ, Ἡ΄ (1923), σ. 225-263.

11) Ὁ θρίαμβος κατά τούς βυζαντινούς χρόνους, «Ἡμερολόγιον τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος», Β΄ (1923), 49-64.

12) Ὁ Ὅσιος Νίκων ὁ Μετανοεῖτε, «Μαλεβός», Δ΄ (1924), σ. 192-194.

13) Αἵ ἐν τῷ πρώην δήμω Οἰνοῦντος μοναί, «Μαλεβός», Δ΄ (1924), σ. 279-283, 290-293, 301-305, 314-316, 326-328, 338-340.

14) Τά σχολεῖα Κυνουρίας κατά τό πρῶτον ἥμισύ του ΙΘ΄ αἰῶνος, «Ἀθηνᾶ», ΛΘ΄ (1927), σ. 101-170.

15) Τό Ἱστορικόν Λεξικόν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, «Νέα Ἑστία», Ἅ΄ (1927), σ. 39-41.

16) Τό βυζαντινόν Συνέδριον τοῦ Βελιγραδίου, «Νέα Ἑστία», Ἅ΄ (1927), σ. 162-165.

17) Ἡ μοναχή Θεοδούλη, Ἀθῆναι 1928, σ. 88.

18) Ἡ ἐν Θήρα ἱερά μονή τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ΕΕΒΣ, ΣΤ΄ (1929), σ. 54-79.

19) Ἐπιβίωσις ἐθίμων τινῶν περί τήν ταφήν, «Ἡμερολόγιον τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος», Ἡ΄ (1929), σ. 369-382.

20) Ὁδηγίαι πρός συλλογήν τοῦ δημώδους γλωσσικοῦ ὑλικοῦ (ἐν συνεργασία μετά τῶν Κ. Ἀμάντου καί Ι. Βογιατζίδου), ἔκδ. β΄, Ἀθῆναι, σ. 28.

21) Ἁγίων ἐπίθετα, «Ἡμερολόγιον τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος», Ἰ΄ (1931), σ. 387-402.

22) Ὁ Ἄρχων Καλοθετός, Ἀθῆναι, σ. 102.

23) Ὁ Νικηφόρος, Ἀθῆναι, σ. 133.

24) Ἐπίθετα τινά τῆς Θεοτόκου, «Ἡμερ. τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος», ΙΑ΄ (1932), σ. 431-444.

25) Λεξικόν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Ἅ’ Ἱστορικόν Λεξικόν τῆς νέας ἑλληνικῆς, τῆς τέ κοινῶς ὁμιλούμενης καί τῶν ἰδιωμάτων, τόμος Α΄, Revue des Etudes Greques, Ἰ (1933), σ. 283-285.

26) Ὁ Γρηγόριος, Ἀθῆναι, σ. 156.

27) Τό σφουγκάτο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, «Ἡμερ. τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος», ΙΕ΄ (1936), σ. 281-290.

28) Συμβολή εἰς τήν Κρητικήν Λαογραφίαν ἐπί Βενετοκρατίας, «Ἐπετηρίς Ἑταιρείας Κρητικῶν Σπουδῶν»,  Γ’ (1940), σ. 1-101.

29) Βυζαντινόν δωδεκαήμερον, «Ἐκκλησιαστικόν Βῆμα», 1 Ἰανουαρίου 1941.

30) Βυζαντινῶν Βίος καί Πολιτισμός, Ἀθῆναι, Α΄, Ι, II, 1948, Β΄, Ι, ΙΙ 1948, Γ΄ 1949, Δ΄ 1951, Ε΄, παράρτ., 1952.

31) Διορθωτικά καί ἑρμηνευτικά εἰς τήν Ἔκθεσιν τῆς βασιλείου τάξεως Κωνσταντίνου τοῦ Πορφυρογεννήτου καί τό Κλητορολόγιον τοῦ Φιλοθέου, ΕΕΒΣ, ΙΘ΄ (1949), σ. 75-115.

32) Θεσσαλονίκης Εὐσταθίου τά Λαογραφικά, Α΄-Β΄, Ἀθῆναι 1950.

33) Χριστούγεννα εἰς τό Βυζάντιον, «Ἑλληνική Δημιουργία», ΣΤ΄ (1950), σ. 889-891.

34) Ἡ ἀμπελουργία παρά τοῖς Βυζαντινοῖς, ΕΕΒΣ, Κ΄ (1950), σ. 17-32.

35) Ἡ νεοελληνική γλώσσα καί τά βυζαντινά καί μεταβυζαντινά ἔθιμα, Melanges offerts a Octave et Melpo Merlier, ἀνάτυπον 1951.

36) Οἱ τρεῖς Ἱεράρχαι ὡς παιδαγωγοί, Ἀθῆναι, σ. 20.

37) Παναγίας καί Ἁγίων νεοελληνικά ἐπίθετα, «Ἑλληνική Δημιουργία», Θ΄ (1952), σ. 349-357.

38) Ἡ νέα ἑλληνική γλώσσα καί τά βυζαντινά ἔθιμα, «Πρακτικά τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν», ΚΖ΄ (1952), σ. 37-48.

39) Θεσσαλονίκης Εὐσταθίου τά Γραμματικά Ἀθῆναι, σ. 166.

40) Ἐτυμολογικά, «Ἀθηνᾶ», ΝΖ΄, σ. 197-228.

41) Ἡ ἐν τή μονή Καισαριανής ὑποτιθεμένη φιάλη ἁγιασμοῦ, «Γέρας Ἀντωνίου Κεραμοπούλλου», Ἀθῆναι, σ. 29-34.

42) Ὁ Θεσσαλονίκης Εὐστάθιος ὡς γραμματικός, «Ἑλληνική Δημιουργία», ΙΑ΄ (1953), σ. 591-593.

43) Βυζαντινά τινά παρωνύμια, «Ἐπιστημονική Ἐπετ. Φιλοσοφ. Σχολῆς πανεπ. Ἀθηνῶν», Δ΄ (1953), σ. 60-98.

44) (236) Περί τῆς χρησιμότητος καί τοῦ τρόπου συγκροτήσεως ἑνός Corpus τῶν βυζαντινῶν δημωδῶν παροιμιῶν, ΕΕΒΣ, ΚΕ΄ (1955), σ. 1-11.

45) (237) Ἐτυμολογικά καί σημασιολογικά, «Ἀθηνᾶ», ΝΘ΄ (1955), σ. 175-197.

46) (238) Προσόντα, προνόμια καί ἀμοιβαί τῶν καθηγητῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Διδασκαλείου, «Δελτίον Βιβλιοθήκης Ἀλεξανδρείας», Ἡ΄ (1955), σ. 61-64.

47)  (239) Διά τό γλωσσάριον τῶν Ἑλλήνων τῆς κάτω Ἰταλίας, Studi Bizantini e Neoellenici, 9 (1957), σ. 250-258

48) (240) Βυζαντινῶν Βίος καί Πολιτισμός, ΣΤ΄, Ἀθῆναι 1957, σ. 575+1 πίν.

 

 

Back To Top